ἔλεος

ἔλεος
ἔλεος
pity
neut nom/voc/acc sg
ἔλεος
pity
masc nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • Ἔλεος — masc nom sg Ἔλεος masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλεός — kitchen table masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έλεος — το και έλεος, ο (ΑΜ ἔλεος, το Α ἔλεος, ο) Ι. έλεος, ο (Α ἔλεος) η τραγική συγκίνηση, η συμπόνια που νιώθει ο θεατής τής τραγωδίας για τον αναξιοπαθούντα τραγικό ήρωα II. έλεος, το (ΑΜ ἔλεος, το Α ἔλεος, ο) 1. συμπόνια, οίκτος 2. ελεημοσύνη 3. η… …   Dictionary of Greek

  • έλεος — το ελέους, πληθ. ελέη,1. οίκτος, ευσπλαχνία, συμπόνια, πονοψυχιά. 2. φιλανθρωπία, ελεημοσύνη, βοήθημα: Αδερφές του ελέους. 3. απόλυτη διάθεση, αυθαίρετη θέληση: Οι άμαχοι βρέθηκαν στο έλεος των κατακτητών. 4. ούτε ελάχιστο, ούτε όσο αρκεί για… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ελεός — ο (ΑΜ ἐλεός) πτηνό τής οικογένειας τών γλαυκιδών, γλαυξ η βραχύωτος, κλαψοπούλι αρχ. τραπέζι όπου ο μάγειρας κόβει το κρέας …   Dictionary of Greek

  • Ἕλεος — Ἕλος neut gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἕλεος — ἕλος marsh meadow neut gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐλέω — Ἔλεος masc/neut nom/voc/acc dual Ἔλεος masc/neut gen sg (doric aeolic) Ἔλεος masc nom/voc/acc dual Ἔλεος masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλεῶν — ἔλεος pity neut gen pl (attic epic doric) ἐλέα reed warbler fem gen pl ἐλεάω pres part act masc voc sg ἐλεάω pres part act neut nom/voc/acc sg ἐλεάω pres part act masc nom sg (attic epic ionic) ἐλεάω pres part act masc nom sg (attic epic doric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐλεώτερον — Ἔλεος adverbial comp Ἔλεος masc acc comp sg Ἔλεος neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”